
Από τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» στο «Μίζερι»: Το γοτθικό καλοκαίρι της Κάρμα Ριέρα
«Το καλοκαίρι των αγγλικών» είναι μια νουβέλα που περιγράφει την ιστορία της Λάουρα Πρατς, μιας μεσήλικης Ισπανίδας, που ζει στη Βαρκελόνη. Εργάζεται εδώ και πολλά χρόνια σε ένα μεσιτικό γραφείο, αδυνατεί, όμως, να ανελιχθεί επαγγελματικά επειδή δεν ξέρει αγγλικά. Όπως και πολλοί άνθρωποι της γενιάς της, μετά βίας γνωρίζει ελάχιστες λέξεις στα αγγλικά, γεγονός που της προκαλεί ένα συναίσθημα μειονεκτικότητας στο εργασιακό της περιβάλλον. Αποφασίζει, λοιπόν, να ταξιδέψει στην Αγγλία και να περάσει έναν ολόκληρο μήνα στο σπίτι μιας Αγγλίδας καθηγήτριας, με σκοπό να κάνει εντατικά μαθήματα αγγλικών.
Φτάνοντας, αντικρίζει το απομονωμένο και μελαγχολικό αρχοντικό της Μίσις Γκρόουζ, της καθηγήτριάς της, και νιώθει αμέσως αποκαρδιωμένη. Ούτε και με την ίδια την οικοδέσποινα αισθάνεται άνετα, καθώς της φαίνεται ιδιόρρυθμη, ενώ η μέθοδος διδασκαλίας που εφαρμόζει ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της αυστηρής πειθαρχίας. Όλα αυτά προκαλούν τρόμο στη Λάουρα, η οποία δυσκολεύεται να προσαρμοστεί.
«Το καλοκαίρι των αγγλικών» είναι ένα κλειστοφοβικό «γοτθικό» μυθιστόρημα, όπως το χαρακτηρίζει η ίδια η συγγραφέας, με στοιχεία τρόμου αλλά και αρκετή δόση χιούμορ. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το πώς η συγγραφέας συνδυάζει στοιχεία που φαινομενικά αποκλίνουν. Πίσω από την αγωνία κρύβεται μια καυστική σάτιρα: το «κόμπλεξ» μιας ολόκληρης γενιάς Ισπανών των δεκαετιών του 1950 και του 1960, που δεν έμαθε ποτέ καλά την αγγλική γλώσσα. Το μαύρο χιούμορ και ο σαρκασμός συνυπάρχουν με την κλιμακούμενη απειλή, ενώ μέσα στην ίδια σελίδα μπορεί να βρει κανείς λυρικές, ποιητικές περιγραφές του αγγλικού τοπίου δίπλα στις πιο ανατριχιαστικές στιγμές.
Αυτό όμως που βρίσκω πραγματικά ενδιαφέρον είναι η διακειμενικότητα και το πώς «Το καλοκαίρι των αγγλικών» συνδιαλέγεται με άλλα λογοτεχνικά έργα. Διαβάζοντας κανείς αυτό το βιβλίο, αναγνωρίζει τη σκιά από το μυθιστόρημα «Τα Ανεμοδαρμένα Ύψη» της Έμιλι Μπροντέ (1847), που πήρε τον τίτλο του από ένα αρχοντικό στο Γιόρκσαϊρ. Η ιστορία περιγράφει έναν παράφορο, αλλά καταδικασμένο έρωτα, και το έργο είναι αναγνωρισμένο για την έντονη ψυχολογική ανάλυση των χαρακτήρων και τις γλαφυρές περιγραφές, στοιχεία που διακρίνουμε και στη γραφή της Ριέρα:
Το μέρος όπου βρισκόταν το Four Roses ήταν πραγματικά υπέροχο. Οι φωτογραφίες το αδικούσαν· αν και μου είχε φανεί πολύ ωραίο, από κοντά ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό. Το σπίτι το περιέβαλλε ένας μεγάλος αγγλικός κήπος, με διάφορες ποικιλίες τριανταφυλλιών ‒ίσως γι’ αυτό κάποιος ονόμασε αυτή την ιδιοκτησία κάνοντας αναφορά στα λουλούδια της. Το ισόγειο άνοιγε σε μια βεράντα με πέργκολα και στον πρώτο και τον δεύτερο όροφο υπήρχαν έξι τεράστια μπαλκόνια. Έξω μύριζε μαγικά, εξοχή και βρεγμένο χώμα, και μέσα κηρομπογιά και καθαριότητα.
Παράλληλα, συναντάμε στοιχεία από τη γοτθική νουβέλα του Χένρι Τζέιμς «Το στρίψιμο της βίδας» (1898), όπου επίσης πρωταγωνιστούν η παραίσθηση, η αγωνία και ο τρόμος. Η κεντρική ηρωίδα της ιστορίας, η οποία παραμένει ανώνυμη, αναλαμβάνει χρέη γκουβερνάντας σε ένα απομακρυσμένο εξοχικό σπίτι και σύντομα πείθεται ότι τα παιδιά είναι στοιχειωμένα. Και τι σύμπτωση: Η οικονόμος του σπιτιού στο έργο του Τζέιμς ονομάζεται Μίσις Γκρόουζ! Πολλοί κριτικοί έχουν επισημάνει ότι η ασάφεια του κειμένου είναι το βασικό χαρακτηριστικό του, όπως συμβαίνει και με «Το καλοκαίρι των αγγλικών»: η αγωνία κορυφώνεται σταδιακά μέσα από ένα κρεσέντο μονολόγου, για να καταλήξει σε ένα αμφίσημο τέλος που προκαλεί τον αναγνώστη να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Οι αναφορές σε αυτά τα έργα, μάλιστα, υπάρχουν μέσα στην ίδια την ιστορία της Ριέρα:
…η πρόταση της Μίσις Γκρόουζ να επισκεφτώ κάτι μέρη όπου, σύμφωνα με όσα ανέφερε η ίδια, κάποιος Χένρι Τζέιμς τοποθετεί Το στρίψιμο της βίδας ‒παράξενος τίτλος, δεν νομίζετε;‒ και οι διάφοροι τουριστικοί οδηγοί, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αγόρασα, τα Ανεμοδαρμένα Ύψη και την Τζέιν Έιρ, δεν με γοήτευσε ιδιαίτερα, παρότι δεν την απέρριψα.
Τέλος, το γνωστό μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ «Μίζερι» (1987) παρουσιάζει μια διαταραγμένη νοσοκόμα-δεσμοφύλακα, την Άννι Γουίλκς, στην οποία ‒τόσο ως προς το όνομα, Άννι, όσο και ως προς τον χαρακτήρα‒ μπορούμε να πούμε ότι παραπέμπει η Άννι Γκρόουζ από «Το καλοκαίρι των αγγλικών». Όπως και στο «Μίζερι», έτσι και εδώ η Λάουρα αρχίζει να αισθάνεται παγιδευμένη:
Ωστόσο, η αλήθεια είναι πως η ζωή μου σε εκείνο το σπίτι είχε αρχίσει να γίνεται αφόρητη. Ένιωθα αιχμάλωτη μιας ανισόρροπης, μιας κακόμοιρης τρελής που η κακομεταχείριση από έναν ηλίθιο μάλλον την είχε καταντήσει έτσι μουρλή. Πέρασα όλο το πρωινό αφηρημένη, καταστρώνοντας σχέδια για τη φυγή μου.
Κλείνοντας, θα ήθελα να προσθέσω ότι, μολονότι πρόκειται για ένα σύντομο μυθιστόρημα, η συγγραφέας καταφέρνει μέσα σε λίγες σελίδες να χτίσει μια ασφυκτική ατμόσφαιρα, να κρατήσει τον αναγνώστη σε διαρκή ένταση, να τον κάνει να γελάσει με το έξυπνο χιούμορ της και, εν τέλει, να του αφήσει μια ανησυχία. Ως μεταφράστρια του βιβλίου, απόλαυσα αυτά τα γοτθικά μυστήρια, αλλά και την έξυπνη λογοτεχνία που παίζει τόσο όμορφα με τις αναφορές της. Καθώς, μάλιστα, και τα τρία λογοτεχνικά έργα που προανέφερα έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο, θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε κάποια στιγμή και «Το καλοκαίρι των αγγλικών» στη μεγάλη οθόνη.